Read the news in 14 different languages


Home » ΠΟΛΙΤΙΚΗ » «Ακριβές» υποσχέσεις Τραμπ στον Τσίπρα για επενδύσεις και χρέος

«Ακριβές» υποσχέσεις Τραμπ στον Τσίπρα για επενδύσεις και χρέος

Πολλές ελπίδες αλλά όχι λύσεις πήρε ο Αλέξης Τσίπρας – Ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε στην ελάφρυνση χρέους αλλά τη συνέδεσε με τις μεταρρυθμίσεις – Θερμότατη η υποδοχή, ικανοποίηση για τη φιλοξενία αμερικανικών δυνάμεων στη Σούδα

Μία επίσκεψη, οποιουδήποτε ξένου ηγέτη στον Λευκό Οίκο, δεν είναι εύκολο να αποτιμηθεί λίγες ώρες μετά το τέλος της. Η παραπάνω τοποθέτηση είναι κανόνας για όσους από εμάς καλύπτουμε συναντήσεις του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, διότι γνωρίζουμε πως εάν δεν καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός, ουδείς μπορεί να γνωρίζει τα κέρδη και τις «ζημίες» του ξένου αρχηγού κράτους ή κυβέρνησης.

Οι υποστηρικτές και οι αντίπαλοι του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, που έγινε δεκτός με τιμές από τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, πιστεύω ότι βιάστηκαν. Διότι, δεν λύθηκε κανένα ελληνικό πρόβλημα, ούτε και αναμέναμε να συμβεί κάτι τέτοιο μετά από συζητήσεις δύο ωρών, αλλά και ούτε ο Πρωθυπουργός «έδωσε τα πάντα χωρίς να κερδίσει τίποτα». Οι παραπάνω θέσεις απέχουν από την πραγματικότητα.

Η Τρίτη 17 Οκτωβρίου ήταν «μέρα της Ελλάδας» στην Ουάσιγκτον, ένα γεγονός που χάνεται ανάμεσα στα «συνθήματα» των κομματικών αντιπαραθέσεων, και στους παραπλανητικούς τίτλους των ιστοσελίδων, που είχαν προδιαγράψει το αποτέλεσμα πριν ακόμα ολοκληρωθεί η επίσκεψη. Απάντησαν και οι άλλες πλευρές, η κυβερνητική και η φιλοκυβερνητική, που επίσης άγγιξαν την υπερβολή, διότι ναι μεν ήταν μία καλή επίσκεψη, αλλά τα πραγματικά αποτελέσματα θα τα γνωρίζουμε στο μέλλον.

Η αλήθεια είναι ότι ο Πρόεδρος Τραμπ επιφύλαξε θερμότατη υποδοχή στον κ. Τσίπρα, μέχρι σημείου παρεξήγησης. Ο Λευκός Οίκος αναβάθμισε την επίσκεψη του πρωθυπουργού, του παραχώρησε και το Blair House, του απένειμε τιμές το στρατιωτικό άγημα των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων, του σχεδίασε και μία καλοστημένη συνέντευξη Τύπου, κατά την οποία ο κ. Τσίπρας είχε «μπροστά στα πόδια του» την αφρόκρεμα της αμερικανικής δημοσιογραφίας. Οι δηλώσεις του μεταδόθηκαν «ζωντανά» παντού, και ειδικά η «εξήγηση» που έδωσε μπροστά στον πλανητάρχη για μία δήλωσή του, για τον τότε προεδρικό υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων. Ήταν η μόνη στιγμή στη διάρκεια της παρουσίας του πρωθυπουργού που «δάγκωσα τα χείλη μου». Διότι ο Τραμπ, και θυμάται τα πάντα, και δεν συγχωρεί.

Ουδείς μπορεί να πει με βεβαιότητα, αν εννοούσε αυτό που είπε ο Αμερικανός Πρόεδρος -«μακάρι να το ήξερα αυτό πριν από την ομιλία μου»-, ούτε αν θα τον επηρεάσει στις μελλοντικές του αποφάσεις. Όπως διαπίστωσα φεύγοντας από το Λευκό Οίκο, ήμουν από τους λίγους που πιστεύουν ότι η απάντηση του κ. Τράμπ, και το καταγράφω νέτα-σκέτα, δεν ήταν πλάκα. Δεν έχω αμφιβολία ότι ενοχλήθηκε, διότι αυτός είναι ο χαρακτήρας του. Και το πιο αθώο αστείο το αναγάγει σε υπαινιγμό ή επίθεση, και πάντα απαντά. Όμως, η κουβέντα του Πρωθυπουργού για τον κ. Τραμπ, όταν βεβαίως δεν πίστευε κανείς ότι θα κατακτούσε το Λευκό Οίκο, οπότε οι πάντες δεν σκέφτονταν πριν τον κατηγορήσουν, είναι και ένα μάθημα, ότι οι πολιτικοί «δεν πρέπει να αφήνουν τη γλώσσα τους να πηγαίνει περίπατο». Είμαι βέβαιος ότι ο Πρωθυπουργός δεν περίμενε ποτέ ότι θα βρισκόταν ενώπιον αυτής της άβολης κατάστασης, στην οποία δόθηκε μεγάλη δημοσιότητα στην Αμερική.

Παρακολουθώντας την Τρίτη τον Πρωθυπουργό, από το Όβαλ Όφις, στην αίθουσα συσκέψεων και στην κοινή συνέντευξη Τύπου, σκέφτηκα ότι αν ανήκα στον σκληρό πυρήνα των αμετανόητων οπαδών του ΣΥΡΙΖΑ, θα είχα κάνει …χαρακίρι. Ο πρώτος (με ή χωρίς εισαγωγικά) αριστερός πρωθυπουργός να κάθεται δίπλα και απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ και να τον υμνεί, να εκφράζεται με τα καλύτερα λόγια για την Αμερική και να ομιλεί για στρατηγική συνεργασία με την υπερδύναμη. Βέβαια, πια είναι πρωθυπουργός της Ελλάδας, όχι αρχηγός των «ατάκτων», και πρέπει να δρα και να αντιδρά με υπευθυνότητα.

Φεύγοντας το βράδυ από την Ουάσιγκτον, ο κ. Τσίπρας δεν θα κουβαλά στις βαλίτσες του τις λύσεις για το «Ελληνικό Πρόβλημα», αλλά σίγουρα μπορεί να υπερηφανεύεται ότι τον δέχθηκαν με τιμές στην Ουάσιγκτον, και του έδωσαν πολλές ελπίδες. Αυτό είναι αλήθεια. Απ’ εκεί και πέρα, για να υλοποιηθούν όσα συμφωνήθηκαν και παρουσίασε ο Πρόεδρος Τραμπ, χρειάζεται σκληρή δουλειά, και το πλέον σημαντικό, πρέπει να υπάρχει σοβαρότητα από την ελληνική πλευρά. Δεν είναι η πρώτη φορά που «ζήσαμε» μία επιτυχημένη επίσκεψη, αλλά τα λόγια δεν έγιναν ποτέ πράξεις.

Ο κ. Τσίπρας κέρδισε καθαρά την αμερικανική υποστήριξη για την ελάφρυνση του χρέους, για την πραγματοποίηση επενδύσεων και για την αύξηση του τουριστικού ρεύματος από την Αμερική. Όμως η υποστήριξη για την ελάφρυνση συνδέθηκε με την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων. Η Ελλάδα βρίσκεται όντως στο τέλος της οικονομικής τραγωδίας της, αλλά για να επιτύχει καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια, θα «ματώσει» ξανά ο λαός. Και για το θέμα αυτό, ο κ. Τραμπ δεν μπορεί να βοηθήσει, η κυβέρνηση πρέπει να βοηθήσει τον εαυτό της και την Ελλάδα. Είναι σημαντικό κίνητρο αυτό που έλεγε ένας Αμερικανός αξιωματούχος: ότι μετά την καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια «η Ελλάδα θα πετάξει».

Η επίσκεψη του κ. Τσίπρα, χαρακτηρίστηκε -λόγο του τρόπου που παρουσίασε το θέμα ο κ. Τραμπ- από την (απαραίτητη) αναβάθμιση των ελληνικών F-16. Από τη στιγμή που ανακίνησε το θέμα, και το συνέδεσε με τη δημιουργία θέσεων εργασίας στην Αμερική, κινδύνευσε αυτή καθ’ αυτή η επίσκεψη, άσχετα αν οι Έλληνες στρατιωτικοί έκρουσαν από καιρό τον κώδωνα του κινδύνου εδώ και καιρό, διότι τα περισσότερα από τα πολεμικά αεροπλάνα έφτασαν στα όρια τους. Βέβαια, τα 2,4 δισ. ευρώ, σε μία εποχή που η κυβέρνηση υποβάλλει τους πολίτες στην απίστευτη ταλαιπωρία της φορολογίας, είναι ένα υπερβολικό ποσό. Οι διευκρινήσεις του υπουργού Άμυνας, ότι «η οροφή για την αναβάθμιση των F-16 από τον προϋπολογισμό είναι 1,1 δισ. ευρώ και τα υπόλοιπα ποσά αφορούν προγράμματα βοήθειας και αντισταθμιστικά», είναι καλοδεχούμενες αλλά δεν καθησυχάζουν τον λαό. Η Αμερική και η Ελλάδα, θα μπορούσαν να συμφωνήσουν στο θέμα αυτό καλύπτοντας το μεγάλο ποσό με άλλα μέσα.
Γεγονός είναι ότι ούτε η σημερινή αντιπολίτευση, όσο και να φωνάζει, θα μπορούσε να πράξει κάτι διαφορετικό, στο θέμα της αναβάθμισης των F-16. Και η ανακοίνωσή της, που αναφέρει ότι η “συμφωνία θα κοστίσει στην ελληνική οικονομία 2,4 δισ. δολάρια, προσφέροντας θέσεις εργασίας όχι στην Ελλάδα, αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες», θυμίζει τον παλιό κακό ΣΥΡΙΖΑ, όταν έκανε πολιτική με συνθήματα χάνοντας μονίμως την ουσία.

Είμαι βέβαιος ότι ο κ. Τσίπρας δέχθηκε τη συμφωνία για τα F-16 με βαριά καρδιά, διότι δεν εξυπηρετεί καν το αφήγημά του. Αλλά έχει φανταστεί κανείς πως θα τον αντιμετώπιζε η αντιπολίτευση εάν είχε προχωρήσει σε συμφωνία και για τη Σούδα; Που σύμφωνα με τους στρατιωτικούς είναι και αυτή απαραίτητη.

Στείλε μας μήνυμα

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

 

Close
Υποστηρίξτε το Itimes
Ακολουθήστε μας στα Social Media και ενημερωθείτε πρώτοι για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και το Κόσμο

By continuing to use the site, you agree to the use of cookies. more information

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

test

Web Analytics